ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΒΒΑ ΠΑΥΛΟ ΠΟΥ ΑΘΕΤΗΣΕ ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΟΥ.

Κάποτε εγώ και ο γραμματικός Σωφρόνιος πήγαμε στην Αλεξάνδρεια στον αββά Παύλο που είχε το ησυχαστήριό του στην περιοχή που ονομαζόταν Λιθαζόμενον κι αφού ωφεληθήκαμε αρκετά απ’ αυτόν του λέμε: Πές μας, Πάτερ πως έγινες μοναχός; Κι ο γέροντας αφού αναστέναξε βαθιά, μας είπε:
Πιστέψτε με, παιδιά μου, δεν θα σας το αποκρύψω. Όταν ήμουν κοσμικός, είχα πολλή πίστη και πόθο προς του μοναχούς. Όπου δε έβλεπα μοναχό να πουλάει το εργόχειρό του, τον έπαιρνα μαζί μου και του παρείχα όλα τα αναγκαία.
Μια μέρα συνέβη να ασθενήσει η κόρη μου και οι γιατροί μας απογοήτευσαν ότι δεν πρόκειται να ζήση. Συγκεντρώθηκαν λοιπόν οι φίλοι, οι συγγενείς και οι γείτονες στο σπίτι μας και δακρυσμένοι προσπαθούσαν να μας παρηγορήσουν. Μου λέει λοιπόν ο αδελφός μου.
Πήγαινε και φώναξε τον σταυροφύλακα να της διαβάσει ευχή, για να αναχωρήσει συντομότερα η ψυχή της και να μη ταλαιπωρείται άλλο.
Καθώς βγήκα από το σπίτι με συνάντησε ο αββάς Ζακχαίος και βλέποντας με με τα μάτια βουρκωμένα με ρωτάει: Γιατί κλαις; Τι σου συνέβη;
Του απαντώ: Έχω ένα μονάκριβό παιδί και πεθαίνει, και πηγαίων στον σταυροφύλακα να έλθει να της διαβάσει ευχή, ώστε να ξεψυχήσει γρήγορα, γιατί δεν αντέχουμε να την βλέπουμε να υποφέρει.
Μου λέει ο γέροντας:
Γύρισε πίσω να την δώ κι εγώ. Και μου ξαναλέει: Αν είναι κάποιοι μέσα, βγάλε του έξω.
Πήγα και παρακάλεσα τους παρευρισκομένους να περάσουν στο άλλο σπίτι. Μπήκε ο γέροντας, την έπιασε από το χέρι και μου λέει: Ώ! Θεέ μου….φωτιά που καίει χωρίς ξύλα και φλόγες.
Και σηκώνοντας το κεφάλι του ο γέροντας μου λέει: Θα τηρήσεις αυτά που θα σου πω για να σου χαρίσει την ζωή της ο Θεός;
Έπεσα στα πόδια του και του το υποσχέθηκα. Τότε πήρε νερό και αφού προσευχήθηκε και το σταύρωσε, ράντισε την κόρη στο πρόσωπο. Και αμέσως όπως τότε με τον Κύριο η κόρη ανακάθισε χωρίς κανένα ίχνος ασθενείας.
Μου λέει ο αββάς Ζακχαίος: Μα που ο Θεός σου χάρισε την κόρη σου με τις ευχές των πατέρων που φιλοξένησες στο σπίτι σου. Όμως μη την παντρέψεις, αλλά νύμφευσέ την με τον αληθινό Νυμφίο, τον Χριστό και Θεό μας.
Και ο γέροντας βγήκε από το σπίτι και έφυγε. Εγώ δε και η γυναίκα μου κι όλοι όσοι έμαθαν το γεγονός δοξάσαμε τον Θεό για το παράδοξο θαύμα.
Το κορίτσι μας ήταν περίπου οκτώ ετών. Από τότε λοιπόν άρχισα να πιέζω την γυναίκα μου να το πάμε σε μοναστήρι. Αυτή όμως μού έλεγε:
-¶φησε την μέχρι να ενηλικιωθεί - Όταν έγινε δεκατεσσάρων ετών, λέω στην γυναίκα μου:
- Να που ενηλικιώθηκε: Γιατί λοιπόν να την κρατούμε;
- Γυρίζει εκείνη και μου λέει:
-Εγώ δεν την αφήνω να γίνει μοναχή, αλλά θα την παντρέψω.
Ένα χρόνο ολόκληρο μια την πίεζα, μια την καλόπιανα, πότε-πότε και την έδερνα, μέχρι που καταλήξαμε στο σέκρετο να μας λύσει την διαφορά, Εκεί ο σύγκελλος και ο σταυροφύλακας μας επέβαλαν να ερωτηθεί η κόρη και να διαλέξει μόνη της ένα από τα δύο. Η μητέρα της όμως μαζί με άλλες γυναίκες την δασκάλεψαν να πει ότι «άνδρα θέλω», το οποίο και έγινε τελικά.
Τότε μου λέει ο σταυροφύλαξ:
-Μη λυπάσαι, αλλά πήγαινε και αγόρασε μια δούλη παρθένο και βάλε την στο μοναστήρι αντί της δικής σου και ο Θεός το δέχεται.
Εγώ το δέχθηκα με προθυμία κι έσπευσα να αγοράσω μια κόρη ένδεκα χρονών δίνοντας είκοσι νομίσματα, την έβαλα στο μοναστήρι και είπα στην γερόντισσα Προκοπία:
Δέξου αυτήν την κόρη. Όσο θα ζω, θα σου δίνω τα απαραίτητα για την τροφή και την ενδυμασία της και μετά το θάνατό μου θα της αφήσω ογδόντα νομίσματα.
Παντρέψαμε λοιπόν την θυγατέρα μας Την όγδοη ημέρα μετά το γάμο είδα στο όνειρό μου ότι βάδιζα με κάποιο νέο λαμπροφορεμένο προς την Έμεσα και, όπως βαδίζαμε, φθάσαμε σε μια πεδιάδα, όσο έφτανε το μάτι σου. Και λέει ο συνοδός μου:
-Ας μπούμε σ’ αυτό το πανηγύρι και η θα κερδίσεις ή θα χάσεις. Αφού φθάσαμε, μπήκαμε μέσα και βλέπω τις καλύβες και τις αποθήκες και τα σοκάκια εκείνης τη πόλεως να είναι γεμάτα αράπηδες. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν τεχνίτες που έπλεκαν παγίδες. Κι έβλεπα άλλους μεν απ’ αυτούς να κρατούν θηλιές και να πιάνουν τους ανθρώπους, άλλους να σκάβουν λάκκους και να ρίχνουν μέσα ανθρώπους, άλλους πάλι να τους φορούν καπίστρι και μ’ αυτό να του σέρνουν σε μια λίμνη γεμάτη βόρβορο, κι άλλους πάλι τους έπειθαν να ασχημονούν οφθαλμοφανώς με γυναίκες όλοι δε εκείνοι ακολουθούσαν με την θέλησή τους και με χαρά τους αράπηδες και με δυό λόγια, είναι αδύνατον να απαριθμήσει ο άνθρωπος τις μεθοδείες και την ασχημοσύνη που αυτοί τους εδίδασκαν.
Μερικοί δε από αυτούς του αράπηδες έρχοταν και με ασπάζονταν και εγώ του ασπαζόμουν με ευχαρίστηση. Και μου έλεγαν:
-Πότε θα κάνεις τον γάμο να μας δώσεις χαρά;
Και εγώ τους λέω:
- Να βλέπετε που προσπαθώ.
Και στρέφοντας αλλού την προσοχή μου είδα ότι ο κόσμος και οι παράνυμφοι είχαν συγκεντρωθεί, έχοντας και το νυμφικό αμάξι μπροστά στην εξώπορτα. Τότε μπήκα μέσα εγώ και η γυναίκα μου και βγάλαμε την κόρη μας έξω. Στο πρόσωπό της, στον λαιμό στο στήθος, στους βραχίονες και στις παλάμες μέχρι και την μέση της υπήρχαν μικρά και μεγάλα φίδια τυλιγμένα και κολλημένα επάνω της. Την βάλαμε λοιπόν να καθίσει στο αμάξι. Τότε ένας μικρός αράπης ανέβηκε κι αυτός επάνω, κάθισε στ’ αριστερά της κι άρχισε να της δίνει χαστούκια. Με το που βγήκαμε δε από την πόρτα του σπιτιού, οι αράπηδες βρέθηκαν να είναι περισσότεροι από τους ανθρώπους και γελούσαν σαρκαστικά και άρχισαν να σαλπίζουν και να χορεύουν και να χτυπούν κρόταλα και τύμπανα. ¶λλοι δε κρατούσαν κάτι σαν κούπες και μας έδιναν να μυρίσουμε. Και για να μην πολυλογώ, φθάσαμε κοντά στην εκκλησία και τότε όλοι σώπασαν και κανένας αράπης δεν μπήκε μαζί μας μέσα στην εκκλησία. Και όταν βγήκαμε έξω, μας παρέλαβαν και πάλι όπως πρώτα και χαίρονταν.
Και μου φάνηκε ότι βρέθηκα ξανά με εκείνον τον λαμπροφορεμένο, και καθώς περπατούσαμε, οσφράνθηκα ευωδία που δεν την είχα ξαναοσφρηνθεί ποτέ. Και μου λέει:
- Στάσου, γιατί δεν είσαι άξιος να προχωρήσεις πιο μέσα.
Και βλέπω μια πόλη, της οποίας ούτε κάλλος, την ωραιότητα και το μέγεθος είναι αδύνατον να τα περιγράψει γλώσσα ανθρώπου. Και δείχνοντας με το χέρι του μου λέει:
-Βλέπεις εκείνη την πόλη; Την Βλέπω απάντησα.
Και μου λέει:
- Να, από εκεί έβγαλες την κόρη σου και την έβαλες στο βόρβορο και τις θλίψεις και τους κόπους.
Αμέσως ξύπνησα και διηγήθηκα τα πάντα στην γυναίκα μου. Και μου λέει κι αυτή.
-Πράγματι κι εγώ πολύ μετανόησα, αλλά δυστυχώς το κακό έγινε. Διότι έχω τρεις νύχτες που βλέπω στο όνειρό μου έναν πολύ σιχαμερό αράπη να με αγκαλιάζει και συνεχώς να με φιλάει και να μου λέει: « Σου χρωστώ μεγάλη χάρη, γιατί με αγάπησες και με προτίμησες περισσότερο από τον Ιησού». Και φοβήθηκα να σου το πω.
Τότε της είπα:
-Δεν σου τα έλεγα; Έλα όμως τώρα να πάμε να γίνουμε μοναχοί και να κλάψουμε τις αμαρτίες μας.
Αυτή όμως μου απάντησε:
Εγώ η άθλια και ταλαίπωρη έριξα την κόρη μου στο λάκκο και πως τώρα να την αφήσω; Όχι, αυτό δεν γίνεται.
Μόλις σηκώθηκα το πρωί, πήγα στον αββά Ζακχαίο, αλλά δεν θέλησε να με δεχθεί. Μου γράφει όμως σε ένα πινακάκι τα εξής:
«Συγχώρεσέ με, αδελφέ, διότι ο Θεός σε αποστράφηκε και δεν μπορώ εγώ να σε δεχθώ».
Πήγα τότε στην μονή του Αγίου Ευθυμίου και διηγήθηκα στον αββά Παύλο « τον ενάρετο» αυτά που μου συνέβησαν και μου λέει ο γέροντας:
-Πράγματι πλανήθηκες που έδωσες το κορίτσι σε άνδρα. Κι εκείνος που σε συμβούλευσε δεν ήθελε την σωτηρία σου. Διότι κι ο Αβραάμ, όταν του είπε ο Θεός να σφάξει τον γιό του, θα μπορούσε να προσφέρει αντ’ αυτού δέκα δούλους. Κι ο Ιεφθάε, αν ήξερε ότι τούτο το δέχεται ο Θεός, θα μπορούσε να σφάξει αντί για την κόρη του είκοσι δούλους. Κι ο Ιακώβ, όταν αγάπησε την Ραχήλ και αντί εκείνης βρήκε την Λεία στο νυφικό δωμάτιο, δεν ανέχθηκε τον εμπαιγμό, αλλά και την Λεία δεν έδωσε και από την Ραχήλ δεν παραιτήθηκε. Κι ο Θεός από σένα την θυγατέρα σου διάλεξε και την θυγατέρα σου απαιτεί. Και μέλλετε και εσύ και η σύζυγος σου να παραδοθείτε στο πύρ το αιώνιο σαν παραβάτες. Διότι ξέρετε καλά ότι ο Θεός ΄΄ού μυκτηρίζεται΄΄. Διότι λέει η Γραφή: τα εκπορευόμενα δια των χειλέων μου ού μη αθετήσω. Αλλά πήγαινε παιδί μου, να κλάψεις τις αμαρτίες σου.
Τότε επέστρεψα στο σπίτι μου και μετά από τρείς μέρες βρήκα κάποιους μοναχούς που πήγαιναν στο Όρος Σινά και του ακολούθησα και με την χάρη του Χριστού έγινα μοναχός. Και να έχω τώρα τριάντα δύο χρόνια, που μέρα-νύχτα παρακαλώ τον Θεό, μήπως και μου συγχωρήσει τις πολλές μου αμαρτίες.
Εμείς, όταν ακούσαμε αυτά, δοξάσαμε τον Θεό. Τά γράψαμε δε, για να ωφεληθούν και εκείνοι που θα τα διαβάσουν.