ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΙΝΑ ΠΟΛΥ ΩΦΕΛΙΜΑ
Περί των Κρίσεων του Θεού.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ
       Ένας αναχωρητής ασκήτευε στην έρημο και δεόμενος του Θεού και τον παρακαλούσε μετά δακρύων, να του δείξει τις κρίσεις που γίνονται απ' αυτόν και δεν τις γνωρίζουν οί άνθρωποι, αλλά νομίζουν ότι είναι παράξενα καμώματα. Ο δε Θεός δεν ήθελε να του δείξει τίποτε πολύ καιρό, επειδή δεν δύναται ποτέ άνθρωπος να διαλέξει και να εύρη όλα τα Μυστήρια του Θεού, και ο ασκητής δεν έπαυε νύχτα και ημέρα από την δέηση εκείνην. Λοιπόν μία των ημερών θέλων ο Θεός να τον πληροφορήσει, έβαλε εις την καρδιά του λογισμό, να σηκωθεί να υπάγει να ιδεί ένα Γέροντά ασκητή, όπου ήταν εις άλλον τόπο πολλών ημερών δρόμου διάσημα. Και όταν άρχισε τον δρόμο ο αναχωρητής, απέστειλε ο Θεός ένα Άγγελο, έν σχήματι καλόγήρου και συναντά τον αναχωρητή τούτον, και τον χαιρετά ώσαν καλόγηρος λέγων. Ευλόγησον Πάτερ και ο αναχωρητής έδωσε εις αυτόν την πρέπουσα απόκριση. Και είπε ο Άγγελος προς τον Γέροντα, που υπάγεις Αββά; Και ο Γέρων είπε, ότι υπάγω προς τον δείνα ασκητή να τον δώ. Και είπε ο Άγγελος ότι και εγώ εκεί υπάγω, και ας υπάγομε οι δύο συνοδεία. Και περιπατούντες οι δύο την πρώτη ημέρα πήγαν προς εσπέρας και έφτασαν εις ένα χωριό όπου ήταν ένας άνθρωπος ευλαβής και τους φιλοξένησε, και έφερε εις την τράπεζαν δίσκο αργυρό, και αφού έφαγαν πήρε ο Άγγελος τον δίσκο εκείνον και τον πέταξε εις τον αέρα και ο γέρων ως είδε τούτο ελυπήθει. Έπειτα έφυγαν απ' εκεί και πήγαν την δεύτερη ημέρα και φιλοξενήθηκαν εις άλλο χωριό, εις το σπίτι ενός χριστιανού φιλόχριστου, και εκείνος ομοίως τους φιλοξένησε, και αυτοί που τους φιλοξένησαν είχαν ένα υιό μονογενή, τον έφερε τότε ο πατέρας του να τον ευλογήσουν και να τον ευχηθούν. Ο δε Άγγελος όταν πήγαν να φύγουν μαζί με τον ασκητή, έπιασε το παιδί εκείνο από το λαιμό και το έπνιξε, και βλέπων τούτο ο γέρων, εξεπλάγη και δεν είχε τι να πεί. Περιπατήσαντες και την τρίτη ημέρα, πήγαν και ξαπόστασαν εις μία αυλή, επειδή δεν βρήκαν κανένα να τους υποδεχθεί και εκείνη η αυλή ήταν έρημος και είχε ένα τοίχο, και εις την σκιάν του τοίχου κάθισαν, και έβγαλε ο γέρων από τα παξιμάδια που είχε εις το σακούλι του και έφαγαν. Και εκεί όπου έτρωγαν, στοχάζεται ο καλόγερος ότι ο Άγγελος εκείνος, αυτόν τον τοίχο έπρεπε να γκρεμίσει επειδή ήταν παλιός και ξαφνικά βλέπει τον Άγγελο να σηκώνετε, να τον χαλάει και να τον ξαναχτίζει παρ' ευθύς εκ θεμελίων. Βλέπων δε ταύτα ο γέρων, δεν μπόρεσε να βαστάξει άλλα άρχισε και έλεγε προς αυτόν. Τι είναι ταύτα τα παράξενα όπου βλέπω; Άγγελος ή Δαίμων ή τι είσαι; Τα έργα όπου έκανες δεν είναι ανθρώπου έργα. Και είπε ο Άγγελος τι έκανα; Και ο γέρων είπε: χθες και προχθές μας δέχθηκαν εκείνοι οι φιλόχριστοι και μας φιλοξένησαν, και συ τους μεν ενός τον αργυρόν δίσκο πήρες και επέταξες εις τον αέρα, και εξαφανίσθηκε, του δε εταίρου τον υιό τον έπνιξες και εδώ ήρθαμε και δεν μας έδωκαν καμιά παρηγοριά, ή φιλοξενία, και έπιασες και κτίζεις; Τότε είπε αυτό ο Άγγελος άκουσε Αββά, και εγώ να σου φανερώσω την αλήθεια των πραγμάτων. Εκείνος ο πρώτος όπου μας δέχθηκε, είναι άνθρωπος θεοφιλής και δίκαιος και κατά Θεό διοικεί και κυβερνά τα υπάρχοντα αυτού, ο δε αργυρός εκείνος δίσκος ήταν από αδίκου κληρονομιάς, και δια να μη χάσει σιμά εις εκείνον και τον μισθό των αγαθών, δια τούτο ήταν θέλημα Θεού και με πρόσταξε να τον αφανίσω, δια να είναι η φιλοξενία καθαρή και άδολος, και ο έτερος δε όπου μας φιλοξένησε και εκείνος ευλαβής και καλής αρετής άνθρωπος είναι και αν ήθελε ζήσει ο υιός του εκείνος, έμελε να γίνει εργαλείο του σατανά, να αλησμονήσει τα έργα του πατρός του δια τούτο όρισε ο Θεός να πεθάνει και εκείνο έτσι μικρόν, (το παιδί του ) δια να σωθεί και η ψυχή εκείνου, και του πατρός αυτού. Και είπε ο γέρων καλός έκανες ταύτα πάντα αλλά εδώ τι έχεις να πείς; Και είπε ο Άγγελος γνώριζε πάτερ, και περί τούτου, ότι ο νοικοκύρης της αυλής τούτης είναι άτυχος άνθρωπος και αδικητής, και θέλει να κακοποίηση πολλούς αλλά δεν δίνατε από της πτωχείας αυτού. Ο δε παππούς αυτού όταν έκτισε τον τοίχο εκείνο έκρυψε μέσα εις αυτόν χρήματα πολλά και αν ήθελα να αφήσω να πέσει (ο τοίχος), ο κακότροπος αυτός όπου τον εξουσιάζει, θα έβρισκε αφορμή δια να τον κτίσει, και χτίζοντας θα έβρισκε τα χρήματα και θα τα χρησιμοποιούσε τα χρήματα αυτά δια να τα χρησιμοποίηση στην ζωή του δια τα κακά του καμώματα και δια τούτο ήταν θέλημα Θεού να στερεωθεί ο τοίχος, να μη ευρεθεί ο βίος από τον άνθρωπο τούτον, όπου έμελε να τον σκορπίσει εις κακά θελήματα και εις βλάβη ανθρώπων, αλλά έχει ο Θεός καιρόν να τον φανερώσει εις άνθρωπο όπου πρέπει να τον χρειασθεί εις καλά έργα. Αυτά είναι από τις κρίσεις του Θεού όπου εζήτεις να μάθεις. Λοιπόν πήγαινε εις το κελί σου και μη σε μέλει δια τα πράγματα του κόσμου, πως και γιατί γίνονται, διότι "τα κρίματα του Θεού άβυσσος" πολλή, ως είπε ο Προφήτης, και αι οδοί αυτού είναι ανεξιχνίαστοι" ήτοι, οι δρόμοι του Θεού είναι ανεξιχνίαστοι και ανεξερεύνητοι, και δεν δύναται ο άνθρωπος με ακρίβεια να γνωρίσει τα πάντα μόνον, ως λέγει ή Γραφή, " Ο δίκαιος εκ Πίστεως ζήσετε", ήτοι ο δίκαιος άνθρωπος απο την πίστη θέλει σωθεί, πιστεύων, ότι ο Θεός είναι δίκαιος και δεν κάνει καμία αδικία μόνον όσο αφήνει και γίνονται, όλα δικαίως γίνονται. Ταύτα ακούσας ο ασκητής από τον άγγελο δόξασε τον Θεό και στραφείς εις κελίον αυτού πλέον δεν εξέταζε τίποτε.